Εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση – Άρθρο του κ. Αναστασίου Λεμπέση

Με ιδιαίτερο σεβασμό στην προσπάθεια των μαθητών στις επικείμενες εξετάσεις για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και με θερμότατες ευχές για ¨καλή δύναμη, υπομονή και πίστη στα όνειρά τους¨ αλλά ¨καλή δύναμη¨ και στους γονείς τους για τη συμπαράστασή τους, καταθέτω το παρακάτω σύντομο άρθρο.

Εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

 Από τη δεκαετία του ‘70 έως σήμερα ένα θέμα απασχολεί και βασανίζει τους εκάστοτε μαθητές των τελευταίων τάξεων του Λυκείου και τους γονείς τους, αυτό των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Απέναντι σ’ αυτές τις εξετάσεις ανησυχούν και αγωνιούν σε σχέση με την προσφορά του δημόσιου σχολείου, με την οικονομική αφαίμαξη λόγω της “αναγκαιότητας” των φροντιστηρίων και παράλληλα σε σχέση με την ταλαιπωρία των μαθητών να παρακολουθούν σχολείο και φροντιστήριο ταυτόχρονα, χωρίς αυτά τα δύο να συμπορεύονται στην ύλη συνήθως.

Είναι γνωστό, επίσης, πως οι εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ήσαν και είναι αναπόφευκτες για δύο λόγους 1. από τη διαχρονική έντονη επιθυμία των γονέων για ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές  των παιδιών τους, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αλλά θετικό εφόσον συντελεί στην κοινωνική κινητικότητα, αρκεί βέβαια να υπάρχει παράλληλα οργανωμένος Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός και να γίνεται γνωστό πως η κτήση πτυχίου δε συνιστά απαράβατη κρατική υποχρέωση για διορισμό και 2. από την αδυναμία των δημοσίων πανεπιστημίων να απορροφήσουν τη μεγάλη ζήτηση είτε λόγω μη επαρκούς οργάνωσης και χρηματοδότησης είτε λόγω συντεχνιακών περιορισμών.

Μπροστά στο αναπόφευκτο των εισαγωγικών εξετάσεων προκύπτει το ερώτημα. Γιατί το δημόσιο σχολείο δεν είναι αρκετό αλλά απαιτούνται τα πάσης φύσεως φροντιστήρια; Οι εύκολες απαντήσεις είναι πως τα δημόσια σχολεία δε λειτουργούν καλά, πως δεν είναι όλοι οι καθηγητές επαρκείς, πως χάνονται μέρες. Όλα αυτά, πέρα από τις δομικές υστερήσεις του δημόσιου σχολείου, αποτελούν εύκολη απάντηση, ‘Ομως το ισχυρότερο και βαθύτερο αίτιο για την “αναγκαιότητα” των φροντιστηρίων είναι η παραπάνω καταγραφείσα αντίθεση – υψηλή ζήτηση θέσεων στην τριτοβάθμια εκπ/ση, χαμηλή προσφορά θέσεων. Αν, λοιπόν, φανταστούμε τους 100.000 μαθητές κάθε χρονιάς σε μια κοινή αφετηρία μαραθωνίου δρόμου, στο τέλος του οποίου μόνο οι πρώτοι 30.000 που τερματίζουν εισέρχονται στο Πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα σε σχολές υψηλής ζήτησης, καταλαβαίνετε πως, όσοι το επιθυμούν περισσότερο και επιπλέον μπορούν οικονομικά, κάνουν ό,τι νομίζουν καλύτερο για να προπορευθούν από τους υπολοίπους και να τους προλάβουν. Έτσι, πιστεύω, καταρρίπτεται ο μύθος ότι το δημόσιο σχολείο και η λειτουργία του φουντώνουν την ¨παραπαιδεία¨. Τα δημόσια σχολεία λειτουργούν όλα περίπου με τον ίδιο τρόπο και για όλους τους μαθητές τους.

Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση, πέρα από την καταγραφείσα ταλαιπωρία των μαθητών να παρακολουθούν ταυτόχρονα σχολείο και φροντιστήριο, παρατηρείται η απαξίωση της γενικής εκπαίδευσης στη Γ΄ Λυκείου, εφόσον οι μαθητές αδιαφορούν – προκλητικά μάλιστα -, σε λίγες περιπτώσεις και με τη συναίνεση των γονέων, για τα μαθήματα γενικής παιδείας και αφιερώνονται πραγματικά ή προσχηματικά μόνο στα μαθήματα δέσμης παλιά, κατεύθυνσης αργότερα, προσανατολισμού σήμερα. Επίσης, παρατηρείται το φαινόμενο ¨της άδειας τάξης¨ στο τέλος της χρονιάς, κυρίως μετά το Πάσχα, όταν τα παιδιά, εκμεταλλευόμενα το εύρος των 114 ωρών απουσίας που δικαιούνται και επικαλούμενα το διάβασμα απουσιάζουν από το  σχολείο παρακολουθώντας το φροντιστήριο, επειδή αυτό δουλεύει αποκλειστικά στα μαθήματα που θα εξεταστούν.

Τι θα μπορούσε να συμβεί για να αποκατασταθεί η εικόνα στη Λυκειακή εκπαίδευση; Το μεν Λύκειο να αποδεσμευθεί από τις διαδικασίες εισαγωγής και να διατηρήσει σ’ όλες τις τάξεις του το γενικό εκπαιδευτικό χαρακτήρα του, εμπλουτίζοντας με νέα γνωστικά αντικείμενα το πρόγραμμά του και απονέμοντας  ένα αξιόπιστο και, κατα το δυνατόν, αντικειμενικό απολυτήριο με εσωτερικές εξετάσεις. Οι δε Πανεπιστημιακές Σχολές να δέχονται με δικά τους κριτήρια μεγάλο αριθμό σπουδαστών ή να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση, αποδεχόμενες το δημοκρατικό δικαίωμα στη μόρφωση και την κοινωνική κινητικότητα.

Τι συμβαίνει, όμως, με την τελευταία μεταρρύθμιση; Αδυνατώντας ορισμένες Σχολές υψηλής ζήτησης να απορροφήσουν αυτήν την υψηλή ζήτηση και ταυτόχρονα απορρίπτοντας κάθε ιδέα ελεύθερης πρόσβασης, καθιστούν απαραίτητη τη διεξαγωγή εισαγωγικών εξετάσεων τουλάχιστον γι’ αυτές. Από την άλλη η πολιτεία μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, θέλοντας να αντιμετωπίσει την παθογένεια της Γ΄ Λυκείου, που προαναφέρθηκε, και ταυτόχρονα να μειώσει την αναγκαιότητα του φροντιστηρίου καθιερώνει μια Γ Λυκείου – προπαρασκευαστικό έτος, με μόνο τρία μαθήματα γενικής παιδείας (Θρησκευτικά, μάθημα επιλογής, γυμναστική) και τρία μαθήματα προσανατολισμού μαζί με τη νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία που θα διδάσκονται για έξι ώρες εβδομαδιαίως το καθένα. Με τη μεταρρύθμιση πλήττεται η παθογένεια της Γ΄ Λυκείου, όμως χάνεται μια χρονιά από τη γενική εκπαιδευτική λειτουργία του Λυκείου. Όσον αφορά, όμως, στην “παραπαιδεία”, πιστεύω πως τα αποτελέσματα θα είναι πενιχρά με βάση την παραπάνω εκτεθείσα συλλογιστική.

ΊΔΩΜΕΝ.

                                                  Αναστάσιος Λεμπέσης  

                            Φιλόλογος – πρ. Δ/ντής 1ου ΓΕ.Λ. Αγ. Βαρβάρας

                        Υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος “Η Δική μας Πόλη”